ασφαλίζω


ασφαλίζω
[асфализо] р. делать безопасным, гарантировать, страховать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασφαλίζω" в других словарях:

  • ἀσφαλίζω — fortify pres subj act 1st sg ἀσφαλίζω fortify pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασφαλίζω — ασφαλίζω, ασφάλισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ασφαλίζω — (AM ἀσφαλίζω και ομαι) [ασφαλής] 1. προφυλάσσω κάτι ή κάποιον από ενδεχόμενο κίνδυνο 2. (για πόλη, κάστρο κ.λπ.) κάνω ασφαλές, οχυρώνω 3. εξασφαλίζω, παρέχω βεβαιότητα, κατοχυρώνω 4. κλείνω καλά, κλειδώνω 1| αρχ. μσν. 1. δεσμεύω 2. επιβάλλω… …   Dictionary of Greek

  • ασφαλίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος, κάνω κάτι ασφαλές, προφυλάγω από ενδεχόμενο κίνδυνο, εξασφαλίζω: Είχε ξεχάσει να ασφαλίσει το όπλο του. – Πρέπει να ασφαλίσω το σπίτι μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσφαλίσατε — ἀσφαλίζω fortify aor imperat act 2nd pl ἀ̱σφαλίσατε , ἀσφαλίζω fortify aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀσφαλίζω fortify aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλιζόντων — ἀσφαλίζω fortify pres part act masc/neut gen pl ἀσφαλίζω fortify pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλίζοντα — ἀσφαλίζω fortify pres part act neut nom/voc/acc pl ἀσφαλίζω fortify pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλίζουσι — ἀσφαλίζω fortify pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀσφαλίζω fortify pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλίζουσιν — ἀσφαλίζω fortify pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀσφαλίζω fortify pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλίσαι — ἀσφαλίζω fortify aor inf act ἀσφαλίσαῑ , ἀσφαλίζω fortify aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)